ασύρματος


ασύρματος
[асирмаггос] εκ. беспроволочный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ασύρματος" в других словарях:

  • ασύρματος — η, ο που γίνεται χωρίς να χρησιμοποιηθεί σύρμα: Σήμερα πλάι στον ασύρματο τηλέγραφο υπάρχει και το ασύρματο τηλέφωνο. Το αρσ. ως ουσ., ασύρματος, ο ο ασύρματος τηλέγραφος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ασύρματος — η, ο [σύρμα] 1. αυτός που εκπέμπει και λαμβάνει σήματα τα οποία διαδίδονται στον χώρο με μορφή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων («ασύρματη επικοινωνία») 2. το αρσ. ως ουσ. ο ασύρματος ονομασία των διατάξεων εκπομπής, λήψης και ακτινοβολίας που… …   Dictionary of Greek

  • ασύρματος — [асирматос] οοσ. а. радио …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Asyrmatos, Patras — Asyrmatos ( el. Ασύρματος) is a neighbourhood in the city of Patras, Achaia, Greece …   Wikipedia

  • αεροπλάνο — Αεροσκάφος βαρύτερο από τον αέρα, που διατηρείται σε πτήση χάρη στην αεροδυναμική δράση που ασκείται πάνω στις πτέρυγές του, εξαιτίας της ταχύτητας που τού προσδίδει το σύστημα προώθησης. Υπάρχουν πολλοί τύποι επιβατικών, μεταφορικών και… …   Dictionary of Greek

  • ασυρματιστής — ο θηλ. ασυρματίστρια [ασύρματος] τηλεγραφητής σε ασύρματο …   Dictionary of Greek

  • ραδιοπομπός — ο, Ν (επικοιν.) τηλεπικοινωνιακός πομπός που χρησιμοποιείται στις ραδιοεπικοινωνίες, αλλ. ασύρματος ή ραδιοηλεκτρικός πομπός …   Dictionary of Greek

  • ραδιοτηλέγραφος — ο, Ν (τηλεπικοιν.) τηλεγραφική συσκευή η οποία λειτουργεί με ραδιοφωνικά, δηλαδή ηλεκτρομαγνητικά, κύματα και χρησιμοποιεί τον διεθνή κώδικα Μορς ή κάποιον άλλο κώδικα, αλλ. ασύρματος τηλέγραφος. [ΕΤΥΜΟΛ. Νόθο αντιδάνειο συνθ., πρβλ. αγγλ.… …   Dictionary of Greek

  • άρμα μάχης — Όχημα, ερπυστριοφόρο και θωρακισμένο, οπλισμένο βασικά με πυροβόλο και πολυβόλα. Τα ά.μ. χαρακτηρίζονται από την ικανότητά τους να κινούνται σχεδόν σε οποιοδήποτε έδαφος από την προστασία του θώρακα και την ισχύ πυρός. Διακρίνονται σε ελαφρά (για …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο Φυσικών Επιστημών και Τεχνολογίας (Αθηνών) — Ανήκει στη Σχολή Θετικών Επιστημών και στο Τμήμα Φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στεγάζεται στο κτίριο του Παλαιού Χημείου του Πανεπιστημίου (Σόλωνος 104), το οποίο χτίστηκε το 1887 σε σχέδια του Βαυαρού αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλερ. Αυτό… …   Dictionary of Greek